1905-1914 κουτί σιγαρέτων Δ. ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ 55 λεπτών

Κουτί σιγαρέτων Δ. Παλαιολόγου – Η πρωτοπορία του ναξιακού καπνού
Νάξος, περ. 1905–1914
(σπανιότατο, πιθανώς το ΜΟΝΑΔΙΚΟ σωζόμενο)

Το χάρτινο κουτί σιγαρέτων του Δ. Παλαιολόγου, με την επιγραφή «Καπνά Καβάλας – Ξάνθης & Αμοργού, κτημάτων Δ. Παλαιολόγου, Νάξος», αποτελεί ένα σπάνιο τεκμήριο μιας σχεδόν λησμονημένης σελίδας της οικονομικής και βιομηχανικής ιστορίας της Νάξου: της πρώτης συστηματικής προσπάθειας για καλλιέργεια, επεξεργασία και εμπορική διάθεση καπνού στο νησί.

Πίσω από την επιχείρηση βρισκόταν ο Δημήτριος Κ. Παλαιολόγος, μία από τις πλέον δραστήριες προσωπικότητες της Νάξου των αρχών του 20ού αιώνα. Δεν περιορίστηκε στον καπνό. Υπήρξε επιχειρηματίας, ασφαλιστικός αντιπρόσωπος της γαλλικής εταιρείας La Mutuelle de France et de Colonies, αντιπρόσωπος της Αμερικανικής Υπερωκεανίου Ατμοπλοΐας και πράκτορας της Κυκλαδικής Ακτοπλοΐας. Παράλληλα είχε ενεργό δημόσιο βίο: υπήρξε δημαρχικός πάρεδρος το 1910 και αργότερα ο πρώτος εκλεγμένος πρόεδρος της Κοινότητας Νάξου. Πέθανε στις 17 Απριλίου 1926.

Η ενασχόλησή του με τον καπνό αρχίζει τουλάχιστον το 1903. Η ναξιακή εφημερίδα «Αιγαίον», στις 8 Νοεμβρίου εκείνης της χρονιάς, παρουσιάζει τον Παλαιολόγο ως «φιλοπρόοδο και ακάματο» συμπολίτη, ο οποίος, με προσωπικά έξοδα και χωρίς ουσιαστική οικονομική ή γεωπονική υποστήριξη, είχε ξεκινήσει δοκιμαστική καλλιέργεια καπνού με την προσδοκία ότι το νέο προϊόν θα μπορούσε να ανοίξει νέους ορίζοντες πλούτου για το νησί.

Η προσπάθεια αποδείχθηκε επιτυχής. Τον Μάιο του 1905 ο καπνός που προερχόταν από τα κτήματα του Παλαιολόγου άρχισε να διατίθεται για κατανάλωση στη Νάξο. Η σύγχρονη έρευνα εκτιμά ότι ο επιχειρηματίας είχε κατορθώσει να εγκλιματίσει στις ναξιακές συνθήκες ποικιλία προερχόμενη πιθανότατα από τη βόρεια Ελλάδα — ίσως τύπου μπασμά — ή από την Αμοργό. Η αναφορά αυτή αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε συνδυασμό με την ίδια την επιγραφή του κουτιού, όπου δηλώνονται ρητά Καβάλα, Ξάνθη και Αμοργός.

Η τοπική εφημερίδα υποδέχθηκε τότε την εμφάνιση του προϊόντος με ιδιαίτερο ενθουσιασμό. Σε δημοσίευμα του «Αιγαίου» του 1905 αναφέρεται ότι ο «Ναξιακός καπνός» όφειλε τον εγκλιματισμό, τη φυτεία, την καλλιέργεια και την παραγωγή του στον Δημήτριο Παλαιολόγο. Ο συντάκτης έφθανε μάλιστα να προβλέπει ότι η ποιότητά του θα μπορούσε να συναγωνιστεί τους περίφημους καπνούς της Τουρκίας και της υπόλοιπης Ελλάδας και να ξεπεράσει ακόμη και τον καπνό της Αμοργού.

Η παραγωγή δεν περιοριζόταν στην καλλιέργεια. Ο καπνός περνούσε από το κρατικό καπνοκοπτήριο της Νάξου, όπου γινόταν η κοπή και η συσκευασία του. Πριν από την είσοδο του Παλαιολόγου στην παραγωγή, το καπνοκοπτήριο επεξεργαζόταν περίπου 300 οκάδες τον μήνα, κυρίως για τον καπνέμπορο Ν. Τσίκνα. Με την προσθήκη της παραγωγής του Παλαιολόγου, η δραστηριότητα του καπνοκοπτηρίου φαίνεται ότι ουσιαστικά διπλασιάστηκε, αυξάνοντας παράλληλα και τα έσοδα του Δημοσίου.

Η επιχείρηση γνώρισε όμως και σοβαρές περιπέτειες. Τον Απρίλιο του 1907 εκδηλώθηκε καταστροφική πυρκαγιά στην αποθήκη καπνών που ο Παλαιολόγος είχε μισθώσει στο Νέο Χωριό, κοντά στον ναό της Αγίας Κυριακής. Η φωτιά κατέστρεψε περίπου 2.500 οκάδες αποθηκευμένου καπνού και λίγο έλειψε να επεκταθεί σε ολόκληρη τη συνοικία. Το κτίριο ήταν η παλαιά Δημοτική — παλαιότερα Αλληλοδιδακτική — Σχολή της Χώρας και είχε νοικιαστεί από τον Παλαιολόγο ως καπναποθήκη περίπου δύο χρόνια νωρίτερα.

Η συγκεκριμένη καπναποθήκη δεν σώζεται σήμερα και έχει καταγραφεί ως χαμένο μνημείο της βιομηχανικής ιστορίας της Νάξου.

Η πρώτη αυτή περίοδος της ναξιακής καπνικής δραστηριότητας φαίνεται ότι ολοκληρώνεται γύρω στο 1914, όταν με Βασιλικό Διάταγμα της 12ης Αυγούστου καταργήθηκε το κρατικό καπνεργοστάσιο της Νάξου. Το 1914 αποτελεί έτσι ασφαλές ανώτατο χρονικό όριο για την επιχειρηματική απόπειρα του Παλαιολόγου στον συγκεκριμένο κλάδο.

Η προσπάθεια του Δημητρίου Παλαιολόγου όμως άφησε παρακαταθήκη. Μετά το 1922 η καπνοκαλλιέργεια στη Νάξο αναπτύχθηκε σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα και κατά τον Μεσοπόλεμο αποτέλεσε σημαντικό τμήμα της τοπικής οικονομίας. Το 1930 καλλιεργούνταν στο νησί περίπου 3.783 στρέμματα από 527 καλλιεργητές, με παραγωγή 197.779 οκάδων καπνού, κυρίως στις περιοχές του Λιβαδιού, των Τριπόδων και του Σαγκρίου.

Η σημασία του προϊόντος ήταν τέτοια ώστε το 1936 ιδρύθηκε στη Νάξο Γραφείο Φορολογίας Καπνού Κυκλάδων Γ΄ Τάξεως, με αρμοδιότητα που κάλυπτε τη Νάξο, τη Σύρο, την Τήνο, την Άνδρο, τη Θήρα και τη Μήλο — γεγονός που μαρτυρεί την κεντρική θέση που είχε αποκτήσει πλέον το νησί στην καπνοπαραγωγή των Κυκλάδων.

Η καλλιέργεια άρχισε να παρακμάζει από τη δεκαετία του 1940 και έπαψε ουσιαστικά γύρω στο 1950, καθώς οι συνθήκες της Κατοχής και της μεταπολεμικής περιόδου, αλλά και η μεγάλη ανάπτυξη ενός άλλου προϊόντος — της ναξιακής πατάτας — άλλαξαν οριστικά τον αγροτικό προσανατολισμό του νησιού.

Το σωζόμενο κουτί των 55 λεπτών αποκτά έτσι ιδιαίτερη ιστορική αξία. Δεν είναι απλώς μία παλαιά συσκευασία τσιγάρων, αλλά ένα από τα ελάχιστα υλικά κατάλοιπα της πρώτης οργανωμένης απόπειρας να δημιουργηθεί ένα επώνυμο ναξιακό προϊόν καπνού στις αρχές του 20ού αιώνα — μια προσπάθεια που συνδέεται άμεσα με τον Δημήτριο Κ. Παλαιολόγο και με τις απαρχές της σύγχρονης αγροτικής και βιοτεχνικής επιχειρηματικότητας στη Νάξο.

Βασική βιβλιογραφική πηγή:
Μανόλης Γ. Σέργης, «Ιστορική αναδρομή της καπνοκαλλιέργειας στη Νάξο (αρχές 19ου αιώνα–1950)», Επετηρίδα της Εταιρείας Κυκλαδικών Μελετών.