Η Αριάδνη στη Νάξο
Ένα αινιγματικό αναγεννησιακό έργο του Filippo da Verona
Ένα από τα πιο γοητευτικά και συγχρόνως αινιγματικά αναγεννησιακά έργα που έχουν συνδεθεί με τον μύθο της Αριάδνης στη Νάξο βρίσκεται σήμερα στο Rijksmuseum του Άμστερνταμ. Πρόκειται για έναν πίνακα των αρχών του 16ου αιώνα, ο οποίος αποδίδεται σήμερα στον Ιταλό ζωγράφο Filippo da Verona και είναι γνωστός με τον ιστορικό τίτλο Ariadne on Naxos – «Η Αριάδνη στη Νάξο».
Το έργο χρονολογείται περίπου μεταξύ 1510 και 1530, είναι ζωγραφισμένο με λάδι σε ξύλινο πάνελ και έχει διαστάσεις 130,5 × 119 εκ. Στις συλλογές του Rijksmuseum φέρει τον αριθμό SK-A-3967.
Η σημερινή απόδοση στον Filippo da Verona δεν υπήρξε πάντοτε δεδομένη. Στη διάρκεια της ιστορίας του ο πίνακας αποδόθηκε σε διαφορετικούς καλλιτέχνες και εργαστήρια της βορειοϊταλικής Αναγέννησης, μεταξύ άλλων στον Girolamo dai Libri, στον Josaphat Araldi, αλλά και στον ευρύτερο καλλιτεχνικό κύκλο του Vittore Carpaccio. Οι παλαιότερες αυτές αποδόσεις απορρίφθηκαν σταδιακά και η σύγχρονη έρευνα τον εντάσσει στο έργο του Filippo da Verona.
Μια γυναίκα μόνη στην ακτή
Στο κέντρο της σύνθεσης δεσπόζει μία νεαρή γυναίκα, ξυπόλυτη, ντυμένη με ένα εντυπωσιακό ρόδινο-πορφυρό ένδυμα και λευκό κάλυμμα στο κεφάλι. Στέκεται στην άκρη ενός βράχου, πάνω από τη θάλασσα.
Το σώμα της στρέφεται προς τον θεατή, ενώ η χειρονομία και η έκφρασή της δημιουργούν την αίσθηση ότι κάτι έχει μόλις συμβεί. Γύρω της απλώνεται ένα εκτεταμένο θαλάσσιο τοπίο: απότομα βουνά, βραχώδεις σχηματισμοί, δέντρα, μικρές νησίδες και κτίσματα. Μέσα στη θάλασσα διακρίνονται πλοία.
Η γυναίκα αυτή ταυτίστηκε ήδη από παλαιότερους μελετητές με την Αριάδνη, την κόρη του Μίνωα, στη δραματικότερη στιγμή του μύθου της: την εγκατάλειψή της από τον Θησέα στη Νάξο.
Η Αριάδνη, ο Θησέας και η Νάξος
Σύμφωνα με την αρχαία μυθολογική παράδοση, η Αριάδνη βοήθησε τον Θησέα να βγει από τον Λαβύρινθο της Κρήτης μετά τη θανάτωση του Μινώταυρου, δίνοντάς του τον περίφημο μίτο.
Η Αριάδνη ακολούθησε κατόπιν τον Θησέα στο ταξίδι της επιστροφής του προς την Αθήνα. Στη Νάξο όμως ο Θησέας αναχώρησε χωρίς εκείνη, αφήνοντάς την στο νησί.
Εκεί ο μύθος αλλάζει δραματικά κατεύθυνση. Η εγκαταλειμμένη Αριάδνη συναντά τον Διόνυσο, τον θεό που είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τη Νάξο, και γίνεται σύντροφός του.
Ακριβώς αυτή η μετάβαση —από την εγκατάλειψη από τον Θησέα προς την έλευση του Διονύσου— ενδέχεται να αποτελεί το πραγματικό θέμα του πίνακα.
Το μυστικό των δύο πλοίων
Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία για την κατανόηση της εικόνας βρίσκεται όχι στην κεντρική μορφή, αλλά στη θάλασσα.
Στην παλαιότερη αναλυτική μελέτη του έργου, ο J. M. C. van Overbeek, ο οποίος το 1934 δημοσίευσε άρθρο αφιερωμένο στον πίνακα με τίτλο Ariadne op Naxos – Een vroeg-Italiaansch schilderstuk in het Stedelijk Museum, πρότεινε μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ερμηνεία.
Σύμφωνα με αυτήν, τα δύο πλοία δεν αποτελούν απλώς διακοσμητικά στοιχεία ενός θαλάσσιου τοπίου.
Το ένα είναι το πλοίο του Θησέα που απομακρύνεται από τη Νάξο. Το άλλο είναι το πλοίο που φέρνει τον Διόνυσο προς την Αριάδνη.
Εάν η ερμηνεία αυτή είναι σωστή, ο ζωγράφος έχει επιτύχει κάτι ιδιαίτερα σύνθετο: έχει αποδώσει μέσα σε μία και μόνη εικόνα δύο διαφορετικές χρονικές στιγμές του ίδιου μύθου.
Από τη μία βρίσκεται το παρελθόν που απομακρύνεται: ο Θησέας.
Από την άλλη πλησιάζει το μέλλον: ο Διόνυσος.
Και ανάμεσα στα δύο βρίσκεται η Αριάδνη.
Η σύνθεση μπορεί επομένως να διαβαστεί όχι απλώς ως εικόνα εγκατάλειψης, αλλά ως εικόνα μετάβασης. Η Αριάδνη βρίσκεται κυριολεκτικά και συμβολικά ανάμεσα σε δύο κόσμους.
Ο Οβίδιος και η εγκαταλειμμένη Αριάδνη
Ο Overbeek συνέδεσε τη σκηνή και με την περίφημη λογοτεχνική παράδοση της Αριάδνης στις Heroides του Οβιδίου.
Στις Heroides, ο Ρωμαίος ποιητής παρουσιάζει την Αριάδνη να απευθύνει μία φανταστική επιστολή προς τον Θησέα μετά την εγκατάλειψή της. Η εικόνα της γυναίκας που αναζητεί από ψηλό σημείο το πλοίο του ανθρώπου που την εγκατέλειψε αποτέλεσε ένα από τα ισχυρότερα λογοτεχνικά πρότυπα για τη μεταγενέστερη ευρωπαϊκή τέχνη.
Η αναγεννησιακή ζωγραφική, που επανέφερε με τεράστιο ενδιαφέρον τα κείμενα και τους μύθους της κλασικής αρχαιότητας, βρήκε στην ιστορία της Αριάδνης ένα ιδανικό θέμα: έρωτας, προδοσία, απώλεια, θρήνος αλλά και τελικά μεταμόρφωση και αποθέωση.
Είναι πράγματι η Αριάδνη;
Εδώ βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια του πίνακα.
Το Rijksmuseum σήμερα είναι αισθητά πιο επιφυλακτικό από τους παλαιότερους μελετητές. Στην επίσημη καταλογογράφηση περιγράφει ουδέτερα μία γυναίκα που στέκεται σε προεξοχή στην άκρη του νερού και αναφέρει ότι το έργο παλαιότερα ερμηνευόταν ως παράσταση της Αριάδνης στη Νάξο.
Η επιφύλαξη δεν είναι αδικαιολόγητη.
Η ίδια μορφή είχε παλαιότερα ταυτιστεί ακόμη και με τη Διδώ της Καρχηδόνας, τη βασίλισσα που εγκαταλείπεται από τον Αινεία. Παλαιά φωτογραφική τεκμηρίωση της συλλογής Lanz, η οποία διατηρείται στην Accademia di Brera, καταγράφει αυτή την παλαιότερη ερμηνεία.
Η εικονογραφική ομοιότητα είναι προφανής: μία εγκαταλειμμένη γυναίκα βρίσκεται στην ακτή ενώ το πλοίο του αγαπημένου της απομακρύνεται.
Αριάδνη και Διδώ ανήκουν, κατά μία έννοια, στην ίδια μεγάλη εικονογραφική παράδοση της εγκαταλειμμένης ηρωίδας.
Ωστόσο, η παρουσία δύο πλοίων αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Εάν πράγματι το δεύτερο πλοίο συμβολίζει την άφιξη του Διονύσου, τότε η ερμηνεία της Αριάδνης γίνεται σαφώς ισχυρότερη.
Η σύγχρονη έρευνα επιστρέφει στη «Νάξο»
Παρά την προσεκτική διατύπωση του Rijksmuseum, η ταύτιση του πίνακα με την Αριάδνη στη Νάξο δεν έχει εξαφανιστεί από τη σύγχρονη επιστημονική βιβλιογραφία.
Η Beatrice Tanzi, στη μελέτη της για τον Filippo da Verona, αναφέρεται στο έργο ως Arianna a Nasso del Rijksmuseum di Amsterdam και το εντάσσει στο corpus του καλλιτέχνη.
Στη σχετική βιβλιογραφία του Rijksmuseum καταγράφεται επίσης η μελέτη του Ab Hoving, Ariadne op Naxos: Girolamo dai Libri ca. 1520/1530, που δημοσιεύθηκε το 2011 στο περιοδικό Scheepshistorie, καθώς και η νεότερη μελέτη του Mattia Vinco για την κοσμική ζωγραφική της Αναγέννησης στη Βερόνα.
Επομένως, ο τίτλος «Αριάδνη στη Νάξο» δεν αποτελεί μια απλή ρομαντική ονομασία που προστέθηκε αυθαίρετα στον πίνακα. Έχει μακρά ιστορία μέσα στην επιστημονική συζήτηση γύρω από το έργο.
Είναι αυτή η πραγματική Νάξος του 16ου αιώνα;
Ίσως το πιο γοητευτικό ερώτημα για έναν σημερινό Ναξιώτη που κοιτάζει τον πίνακα είναι αναπόφευκτο:
Μήπως το τοπίο που βλέπουμε αποτελεί πραγματική απεικόνιση της Νάξου;
Μέχρι σήμερα δεν έχει εντοπιστεί ασφαλής επιστημονική τεκμηρίωση που να αποδεικνύει ότι ο ζωγράφος προσπάθησε να αποδώσει το πραγματικό τοπίο του νησιού.
Αντίθετα, αρκετά στοιχεία δείχνουν ότι πρόκειται για ένα ιδεατό αναγεννησιακό τοπίο, διαμορφωμένο μέσα από τη βορειοϊταλική και ιδιαίτερα τη βενετσιάνικη εικαστική παράδοση.
Τα κτίσματα, η βλάστηση, τα βουνά και η συνολική διαμόρφωση του χώρου θυμίζουν περισσότερο τον φανταστικό μεσογειακό κόσμο που δημιουργούσαν οι ζωγράφοι της Βενετίας και της Βερόνας παρά μια ακριβή χαρτογραφική απεικόνιση των Κυκλάδων.
Αυτό όμως δεν μειώνει καθόλου τη σημασία του έργου για την ιστορία της Νάξου.
Αντίθετα, μας επιτρέπει να δούμε πώς ένας Ιταλός καλλιτέχνης των αρχών του 16ου αιώνα φανταζόταν τη μυθική Νάξο.
Και αυτό έχει ιδιαίτερη ιστορική σημασία, καθώς την εποχή κατά την οποία δημιουργείται ο πίνακας η Νάξος δεν ήταν ένας άγνωστος τόπος για τον βενετσιάνικο κόσμο. Το νησί βρισκόταν ακόμη μέσα στο πολιτικό και πολιτισμικό περιβάλλον του λατινικού Δουκάτου του Αρχιπελάγους, με μακρόχρονη και στενή σχέση με τη Βενετία και το Αιγαίο της Λατινοκρατίας.
Η «Νάξος» ενός βορειοϊταλού ζωγράφου γύρω στο 1520, επομένως, μπορεί να είναι φανταστική ως τοπογραφία, αλλά δεν ήταν απαραίτητα ένας εντελώς αφηρημένος ή μακρινός τόπος.
Η Νάξος του Διονύσου
Υπάρχει ακόμη μία διάσταση που οι παλαιότεροι μελετητές του πίνακα είχαν ήδη επισημάνει: η αρχαία φήμη της Νάξου για το κρασί της.
Η σύνδεση αυτή δεν είναι τυχαία.
Η Νάξος υπήρξε στην αρχαία παράδοση κατεξοχήν νησί του Διονύσου. Η αμπελοκαλλιέργεια, το κρασί και ο διονυσιακός μύθος συνδέθηκαν στενά με την ταυτότητα του νησιού.
Έτσι η επιλογή της Νάξου ως τόπου στον οποίο ολοκληρώνεται η ιστορία της Αριάδνης αποκτά ένα δεύτερο επίπεδο νοήματος.
Η Αριάδνη εγκαταλείπεται από έναν θνητό ήρωα, τον Θησέα, αλλά στη Νάξο ενώνεται με έναν θεό.
Σε αρκετές εκδοχές της αρχαίας παράδοσης, ο Διόνυσος της προσφέρει ένα στεφάνι, το οποίο τελικά μεταφέρεται στον ουρανό και γίνεται ο αστερισμός Corona Borealis, ο Βόρειος Στέφανος.
Η εγκατάλειψη επομένως δεν αποτελεί το τέλος της ιστορίας της Αριάδνης. Είναι η αρχή της μεταμόρφωσής της.
Και ίσως ακριβώς αυτή τη στιγμή θέλησε να αποτυπώσει ο ζωγράφος.
Από ιδιωτική συλλογή στο Rijksmuseum
Εξίσου περιπετειώδης με το θέμα του είναι και η νεότερη ιστορία του πίνακα.
Το έργο πέρασε από σημαντικές ευρωπαϊκές συλλογές. Συνδέεται με τη συλλογή του Enrico Cernuschi και εμφανίζεται σε δημοπρασία στο Παρίσι το 1900. Στη συνέχεια περιήλθε στη γνωστή συλλογή του Otto Lanz.
Κατά τη δεκαετία του 1930 βρισκόταν ήδη στην Ολλανδία και παρουσιάστηκε σε έκθεση ιταλικής τέχνης στο Stedelijk Museum του Άμστερνταμ. Εκεί τον είδε ο Overbeek, ο οποίος δημοσίευσε το 1934 την εκτενή ερμηνεία του ως «Αριάδνη στη Νάξο».
Η ιστορία του πίνακα διασταυρώνεται αργότερα ακόμη και με μία από τις σκοτεινότερες περιόδους της ευρωπαϊκής ιστορίας. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο συνδέθηκε με τα έργα που προορίζονταν για το σχεδιαζόμενο Führermuseum του Linz. Μετά τον πόλεμο πέρασε από το Munich Central Collecting Point, τον οργανισμό μέσω του οποίου οι Σύμμαχοι συγκέντρωναν και επεξεργάζονταν έργα τέχνης που είχαν περιέλθει στο ναζιστικό καθεστώς.
Τελικά ο πίνακας κατέληξε στο Rijksmuseum, όπου βρίσκεται σήμερα.
Ένα έργο που εξακολουθεί να θέτει ερωτήματα
Πέντε περίπου αιώνες μετά τη δημιουργία του, ο πίνακας εξακολουθεί να διατηρεί μεγάλο μέρος του μυστηρίου του.
Είναι πράγματι η γυναίκα η Αριάδνη;
Είναι το μακρινό πλοίο εκείνο του Θησέα;
Είναι το πλοίο που πλησιάζει εκείνο που φέρνει τον Διόνυσο;
Και, τέλος, πόση πραγματική Νάξο γνώριζε ο ζωγράφος όταν δημιούργησε αυτό το παράξενο θαλάσσιο τοπίο;
Σε ορισμένα από αυτά τα ερωτήματα ίσως να μη δοθεί ποτέ οριστική απάντηση.
Εκείνο όμως που γνωρίζουμε είναι ότι ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα —και πιθανότατα πολύ νωρίτερα— το έργο διαβάστηκε ως μία εικόνα της Αριάδνης στη Νάξο, και ότι αυτή η ερμηνεία εξακολουθεί να έχει παρουσία στη σύγχρονη επιστημονική βιβλιογραφία.
Και ίσως το ομορφότερο στοιχείο της εικόνας βρίσκεται ακριβώς στα δύο πλοία.
Το ένα απομακρύνεται.
Το άλλο πλησιάζει.
Ανάμεσά τους, πάνω στον βράχο της Νάξου, στέκεται η Αριάδνη.
Πίσω της βρίσκεται η εγκατάλειψη από τον Θησέα.
Μπροστά της έρχεται ο Διόνυσος.
Και ο ζωγράφος έχει παγώσει ακριβώς αυτή τη στιγμή: τη στιγμή ανάμεσα στην απώλεια και σε μια καινούργια αρχή.
⸻
Στοιχεία έργου
Τίτλος: Ariadne on Naxos / Ariadne op Naxos – ιστορική ερμηνεία του θέματος
Καλλιτέχνης: Filippo da Verona
Χρονολόγηση: περ. 1510–1530
Τεχνική: Λάδι σε ξύλινο πάνελ
Διαστάσεις: 130,5 × 119 εκ.
Συλλογή: Rijksmuseum, Άμστερνταμ
Αριθμός έργου: SK-A-3967
Ενδεικτική βιβλιογραφία και πηγές
* Rijksmuseum, Amsterdam, SK-A-3967, επίσημη καταχώριση του έργου και provenance.
* J. M. C. van Overbeek, «Ariadne op Naxos – Een vroeg-Italiaansch schilderstuk in het Stedelijk Museum», Elsevier’s Geïllustreerd Maandschrift, 1934.
* Ab Hoving, «Ariadne op Naxos: Girolamo dai Libri ca. 1520/1530», Scheepshistorie, αρ. 12, 2011, σ. 82–85.
* Beatrice Tanzi, Filippo da Verona, με αναφορά στην Arianna a Nasso του Rijksmuseum.
* Mattia Vinco, Cassoni: pittura profana del Rinascimento a Verona, αρ. 93, σ. 292–293.
* Accademia di Brera / Lombardia Beni Culturali, ιστορική φωτογραφική τεκμηρίωση του έργου από τη συλλογή Lanz και παλαιότερη ερμηνεία της μορφής ως Διδούς.