1922 Αποψη απο το λιμάνι

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΖΑΧΟΣ

άποψη της ΧΩΡΑΣ

(σπάνια)

Με καταγωγή από τη Σιάτιστα, μετανάστευσε μικρός με τους γονείς του στα Βελεσά (το σημερινό Βέλες) επί του Αξιού ποταμού, μια πόλη κοντά στο Ορέχοβο και βορείως του Μοναστηριού (σημερινά Μπίτολα).[3] Τελείωσε το γυμνάσιο στο Μοναστήρι της Μακεδονίας (σημερινά Μπίτολα της Βόρειας Μακεδονίας). Κατόπιν πήγε στη Γερμανία, για να σπουδάσει αρχιτεκτονική σε τρία διαφορετικά πολυτεχνεία — του Μονάχου, της Στουτγάρδης και της Καρλσρούης — ενώ ταυτοχρόνως εργάζονταν. Δάσκαλοί του ήταν οι κορυφαίοι Γερμανοί αρχιτέκτονες και θεωρητικοί Φρίντριχ φον Τίερς (γερμανικά: Friedrich von Thiersch, 1852–1921), Καρλ Σάφερ (γερμανικά: Carl Schäfer, 1844–1908) και Γιόζεφ Ντουρμ (γερμανικά: Josef Durm, 1837–1919).

Το 1897 διέκοψε τις σπουδές του για να πολεμήσει ως εθελοντής στον σύντομο ελληνοτουρκικό πόλεμο που έληξε με ήττα της Ελλάδας. Με την επιστροφή στη Γερμανία, ο δάσκαλός του, Γιόζεφ Ντουρμ, τον προσέλαβε βοηθό του στην Καρλσρούη για την μελέτη σημαντικών δημόσιων κτιρίων στο Δουκάτο της Βάδης, όπως η Βιβλιοθήκη της Χαϊδελβέργης (1897/1900–1905) και το Γυμνάσιο του Φράιμπουργκ(1900–1907). Εξαιτίας των επαγγελματικών του ενασχολήσεων, ο Ζάχος δεν ολοκλήρωσε ποτέ τις σπουδές του, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε να εργαστεί και να διακριθεί στον τομέα του, όπως άλλωστε συνέβαινε και με άλλους αρχιτέκτονες της εποχής του.

Το 1905 εγκατέλειψε την Καρλσρούη και επέστρεψε στην Ελλάδα, την οποία και περπάτησε από άκρη σε άκρη αποτυπώνοντας σε φωτογραφίες και σχέδια βυζαντινά, μεταβυζαντινά και παραδοσιακά κτίσματα, παρέα με τον φίλο του και άγνωστο στους πολλούς ιμπρεσιονιστή ζωγράφο, Νικόλαο Φερεκείδη. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1911, δημοσίευσε το άρθρο «Λαϊκή αρχιτεκτονική» στο περιοδικό Ο καλλιτέχνης, για να αμφισβητήσει την ελληνικότητα του βαυαρικού νεοκλασικισμού και να κηρύξει τη στροφή προς την ελληνική λαϊκή αρχιτεκτονική.